«Δυσκολεύομαι να βρω τα σωστά άτομα με τις σωστές δεξιότητες». Αυτή είναι η κοινή ομολογία της μεγάλης πλειονότητας διευθυντικών στελεχών. Οι εύκολες απαντήσεις πριν από την τωρινή κρίση ήταν το brain drain, η ποιότητα της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, καθώς και το ότι απλώς οι επιχειρήσεις δεν ήταν διατεθειμένες να πληρώσουν αρκετά. Ολα βέβαια είναι αποτελέσματα μια βαθύτερης αιτίας, και εκεί πρέπει να εστιάσουμε την προσοχή μας.

Η έλευση της ψηφιοποίησης, η ταχύτητα, το εύρος και το μέγεθος των αλλαγών που συντελούνται αλλάζουν τον χαρακτήρα των επαγγελμάτων παγκοσμίως. Η πανδημία μάς ώθησε να αντιμετωπίσουμε πιο γρήγορα αυτή τη νέα πραγματικότητα. Πρόσφατη μελέτη του ΣΕΒ καταγράφει αυτό που όλοι λίγο-πολύ ξέρουμε. Οι περισσότεροι εργαζόμενοι στην Ελλάδα απασχολούνται σε επαγγέλματα όπου η χρήση νέων τεχνολογιών είναι ιδιαιτέρως χαμηλή. Και όταν το 99,7% της οικονομίας μας είναι μικρές επιχειρήσεις που δυστυχώς αδυνατούν να επενδύσουν σε νέες δεξιότητες, γεμίζουμε με ερωτήματα για την ανάπτυξη που θα μπορέσει να μειώσει τις ανισότητες.

Εχουμε βέβαια εκπαιδευτεί σε κρίσεις, και σε επίπεδο επιχειρήσεων δεν θα πρέπει να έχουμε αυταπάτες ότι μπορούμε να αναμένουμε σαν μάννα εξ ουρανού να μας δοθούν λύσεις. Η διάγνωση του προβλήματος έχει ήδη γίνει, αλλά πιθανόν ένα μεγάλο κομμάτι του επιχειρηματικού κόσμου να προβεί σε μια εσφαλμένη και κοντόφθαλμη θεραπεία. Το πρόβλημα δεν είναι πώς να χρησιμοποιήσουμε το Zoom για τηλεδιάσκεψη. Η τεχνολογία αλλάζει συνεχώς και ό,τι μάθει κανείς σήμερα χάνει τη σχετική χρησιμότητά του γρήγορα.

Πρέπει λοιπόν να συνειδητοποιήσουμε ότι ψηφιακές δεξιότητες δεν είναι μόνο τεχνολογικές. Η κατανόηση των νέων τεχνολογιών θα πρέπει να συνδυαστεί με την ικανότητα να αποδομεί κανείς πολύπλοκα προβλήματα και ταυτόχρονα να συνθέτει δημιουργικές λύσεις. Και σε ένα περιβάλλον συνεχούς αβεβαιότητας, η ενσυναίσθηση συνδυασμένη με την αποφασιστικότητα για λήψη αποφάσεων αναδεικνύονται σε κρίσιμες ικανότητες. Αυτές είναι οι πραγματικές νέες δεξιότητες που χρειάζονται για τον ψηφιακό μετασχηματισμό των επιχειρήσεων και για την επιτυχία σε ένα διεθνές περιβάλλον ανταγωνισμού.

Αυτές δεν είναι έμφυτες ικανότητες, όμως, ο καθένας μας μπορεί να τις αποκτήσει. Για αυτό τον λόγο χρειάζεται μια στρατηγική που επενδύει στην αναβάθμιση και ανάπτυξη νέων δεξιοτήτων. Η αρχή πρέπει να γίνει από τις μεγάλες επιχειρήσεις που έχουν την οικονομική ευχέρεια να επενδύσουν στο ανθρώπινο δυναμικό τους. Οι μικρές θα χρειαστεί να αναπτύξουν συνέργειες για τη δημιουργία οικοσυστημάτων που ενθαρρύνει όχι μόνο τη χρηματοδότηση αλλά και την από κοινού εκπαίδευση και ανάπτυξη νέων δεξιοτήτων.

Το κόστος εκπαίδευσης θα είναι εκ πρώτης όψεως σημαντικό, δεδομένου του χρόνου που απαιτείται να απέχει ο εργαζόμενος από τα καθήκοντα του για την παρακολούθηση σεμιναρίων. Προτεραιότητα χρειάζεται να δοθεί σε εκείνους που διαθέτουν περιέργεια πνεύματος και είναι θιασώτες των αλλαγών. Οσο πιο σαφής και στοχευμένος είναι ο σχεδιασμός, τόσο μεγαλύτερη θα είναι και η απόδοση της επένδυσης. Βάσει μελετών, το κόστος της επένδυσης για την αναβάθμιση δεξιοτήτων είναι κατά πολύ μικρότερο του κόστους της διαδικασίας απόλυσης λόγω έλλειψης προσόντων και της αντίστοιχης πρόσληψης. Βέβαια, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος της αντίστασης στην αλλαγή και για τις επιχειρήσεις και για τους εργαζομένους. Ιδιαιτέρως σε οικογενειακές επιχειρήσεις, εμπόδιο στην εξέλιξη αυτή μπορεί να αποτελέσει ο συντηρητικός χαρακτήρας της εταιρικής κουλτούρας, ενώ σε μεγαλύτερους οργανισμούς η αποφυγή ανάληψης ευθύνης λόγω μη ξεκάθαρων στρατηγικών στόχων. Η αδράνεια, ωστόσο, πολύ πιθανόν να αποδειχθεί καταστροφική.

Δεδομένου όμως ότι η Ελλάδα δεν είναι πλέον «αποκομμένη και βυθισμένη» στη δική της δεκαετή κρίση, δεν υπάρχει πια χώρος για ένα συνονθύλευμα συντηρητισμού και νεολουδιτισμού. Κανένας μας δεν μπορεί να προστατέψει πεπερασμένα πλέον επαγγέλματα που αναδείχθηκαν στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα. Αυτός ο νέος κόσμος χρειάζεται νέες δεξιότητες.

* O κ. Κωνσταντίνος Τάκος είναι Director, επικεφαλής του τμήματος People & Change Consulting της PwC Ελλάδας.



Loading...

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here