Οι εγχώριες τράπεζες θέλουν να επωφεληθούν από τη σαφή βελτίωση του κλίματος και το αγοραστικό ενδιαφέρον που εκδηλώνεται για ελληνικές μετοχές και ομόλογα.

Σε ετοιμότητα να αξιοποιήσουν κάθε παράθυρο ευκαιρίας για την άντληση ρευστότητας και την ενίσχυση των κεφαλαίων τους βρίσκονται οι τράπεζες, χωρίς ωστόσο να υποτιμώνται οι δυσκολίες που κρατούν ακόμη τα εγχώρια χρηματοπιστωτικά ιδρύματα μακριά από τις αγορές. Η άνοδος που καταγράφεται στον τραπεζικό δείκτη και η αποκλιμάκωση των spreads των ελληνικών ομολόγων αποτυπώνουν σαφή βελτίωση της διάθεσης των επενδυτικών κεφαλαίων για τοποθετήσεις σε ελληνικούς τίτλους, αλλά το στοίχημα των τραπεζών για αυτόνομη πορεία προς τις αγορές μέσα από εκδόσεις είτε για την άντληση ρευστότητας είτε για την άντληση κεφαλαίων, όπως εξηγούν ανώτατα τραπεζικά στελέχη, «θα γίνει με βήματα προσεκτικά και χωρίς βιασύνες».

Η πρώτη απόπειρα, πάντως, που θα «τεστάρει» τις δυνατότητες του τραπεζικού συστήματος επιχειρείται αυτή την εβδομάδα από την Τράπεζα Πειραιώς, που αναμένεται να βγει στις αγορές για την έκδοση ομολόγου Tier II. Η έκδοση, που στοχεύει στην κεφαλαιακή ενίσχυση της τράπεζας στο πλαίσιο των δεσμεύσεων που έχει αναλάβει έναντι των εποπτικών αρχών, θα αποτελέσει ένα πρώτο crash test κυρίως ως προς τη διάθεση των επενδυτών να τοποθετηθούν πιο μεσοπρόθεσμα σε τραπεζικούς τίτλους και φυσικά ως προς την τιμολόγηση που θα δώσουν. Το επιτόκιο της έκδοσης, που προσδιορίζεται μεταξύ 8,5% και 9%, λειτουργεί προς το παρόν αποτρεπτικά για παρόμοιες κινήσεις, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η προοπτική της προσφυγής στις αγορές δεν είναι στην ατζέντα και των υπολοίπων τραπεζών για το προσεχές μέλλον. Τη σκυτάλη από το φθινόπωρο αναμένεται, σύμφωνα με πληροφορίες, να πάρει η Εθνική Τράπεζα, προγραμματίζοντας μια αντίστοιχη έκδοση, το ακριβές ύψος της οποίας μένει να αποφασιστεί ανάλογα με τις συνθήκες των αγορών. Η διοίκηση της τράπεζας έχει προαναγγείλει την έκδοση ομολόγων αυτής της κατηγορίας ύψους 800 εκατ. ευρώ έως το 2023 και η πρώτη απόπειρα αναμένεται ήδη από το τρέχον έτος. Η έκδοση ομολόγων για την κεφαλαιακή ενίσχυση έχει τεθεί από τις εποπτικές αρχές στο πλαίσιο της υποχρέωσης για τον εμπλουτισμό των κεφαλαίων –πλην μετοχών– και οι ελληνικές τράπεζες, τα κεφάλαια των οποίων εμπεριέχουν υψηλά επίπεδα αναβαλλόμενου φόρου, θα αρχίσουν να εξετάζουν αυτή την προοπτική περί τα τέλη του έτους και αφού προηγουμένως βελτιώσουν την επενδυτική βαθμίδα στην οποία κατατάσσονται σήμερα. Μεταξύ αυτών, η Alpha Bank, η οποία, διαθέτοντας τον υψηλότερο δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας, θα εξετάσει τη δυνατότητα έκδοσης Tier ΙΙ σε δεύτερο χρόνο, ενώ, από την πλευρά της, η Eurobank έχει στα κεφάλαιά της ομόλογο Tier II ύψους 950 εκατ. ευρώ, στο πλαίσιο της ανταλλαγής των προνομιούχων μετοχών του ελληνικού Δημοσίου.

Οπως σημειώνουν τραπεζικά στελέχη, «τα εργαλεία είτε για την άντληση ρευστότητας είτε για την άντληση κεφαλαίων δεν είναι παρά συγκοινωνούντα δοχεία και προϋποθέτουν αλληλουχία κινήσεων». Σε πρώτη φάση, η βελτίωση των συνθηκών στις αγορές θα μετρηθεί μέσω της προσφυγής για την αύξηση της παρεχόμενης ρευστότητας μέσω repos ή μέσω μείωσης των εξασφαλίσεων που απαιτούνται για αυτού του είδους τη ρευστότητα. Η πλήρης υποκατάσταση, άλλωστε, του ακριβού ELA, που επιβάρυνε μέχρι τα τέλη του 2018 ή τις αρχές του 2019 –ανάλογα με την τράπεζα– το κόστος δανεισμού, αποτελεί το πρώτο βήμα στην πορεία προς τον ενάρετο κύκλο της οικονομίας. Στον βαθμό που οι συνθήκες βελτιώνονται, οι τράπεζες θα πρέπει σταδιακά να εξετάσουν την υποκατάσταση της βραχυπρόθεσμης ρευστότητας που αντλούν μέσω repos με την έκδοση senior ομολόγων, που αποτελούν μεσοπρόθεσμη χρηματοδότηση και βάζουν ένα ακόμη λιθαράκι στην αξιοπιστία του τραπεζικού συστήματος.

Τα ίδια στελέχη αναφέρουν πως «το να αναχρηματοδοτήσεις μια πιστωτική γραμμή που λήγει κάθε δίμηνο ή τρίμηνο με senior ή καλυμμένα ομόλογα τριετούς, πενταετούς ή επταετούς διάρκειας δεν συνιστά απλή κίνηση, και οι εκδόσεις τύπου Tier II θα αποτελέσουν το σύνθημα ότι οι επενδυτές είναι κατ’ αρχήν διατεθειμένοι να συμμετάσχουν». «Αυτό που προέχει είναι να γίνει η συναλλαγή ακόμη και αν η τιμολόγηση είναι ακριβή», σημειώνουν χαρακτηριστικά, εξηγώντας ότι «ο δρόμος είναι μεν μακρύς, αλλά, στον βαθμό που η πορεία δεν διαταραχθεί, μοιραία η βελτίωση των αποτιμήσεων του ελληνικού Δημοσίου θα συμπαρασύρει σε αύξηση των αποτιμήσεων όλων των ελληνικών assets».

Εκτός από τη βελτίωση της πρόσβασης σε ρευστότητα μέσω repos, οι τράπεζες θα αξιοποιήσουν από τον προσεχή Σεπτέμβριο τη δυνατότητα συμμετοχής στο πρόγραμμα της ΕΚΤ για στοχευμένες πράξεις πιο μακροπρόθεσμης αναχρηματοδότησης. Πρόκειται για μακροπρόθεσμα δάνεια προς τις τράπεζες με χαμηλό επιτόκιο, τα οποία δίδονται ως κίνητρο για να αυξήσουν τη χορήγηση δανείων προς τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά – και οι τέσσερις συστημικές τράπεζες έχουν αντλήσει μέχρι σήμερα 8,4 δισ. ευρώ. Το επιτόκιο που βαρύνει αυτά τα δάνεια είναι σήμερα αρνητικό και συγκεκριμένα διαμορφώνεται στο -0,4%, γεγονός που σημαίνει ότι η Κεντρική Τράπεζα «πληρώνει» ουσιαστικά τις τράπεζες προκειμένου να χρηματοδοτήσουν την οικονομία.

ΈντυπηΠηγή άρθρου – kathimerini.gr

Loading...

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here