Νέο μέτωπο με την κυβέρνηση για απολύσεις και αποζημιώσεις ανοίγουν οι βιομήχανοι.

Μία ακόμη ελληνική πρωτοτυπία αποτελεί, σύμφωνα με τον ΣΕΒ, ο τρόπος με τον οποίο το υπουργείο Εργασίας εισήγαγε τον «βάσιμο λόγο» στο εθνικό δίκαιο της απόλυσης.

Με ειδικό report για το θέμα, ο Σύνδεσμος παρεμβαίνει εκ νέου για την πρόσφατη διάταξη νόμου, η οποία όπως επισημαίνει ψηφίστηκε χωρίς την απαιτούμενη τυπική και ουσιαστική διαβούλευση με τους κοινωνικούς εταίρους και υπογραμμίζει ως παράδοξο το γεγονός ότι η ελληνική κυβέρνηση εισήγαγε ρύθμιση που επιβάλλει τον «βάσιμο λόγο», διατηρώντας ταυτόχρονα τις ήδη υψηλές αποζημιώσεις. «Είτε παραπλανά είτε σφάλλει», τονίζει χαρακτηριστικά ο ΣΕΒ, υποστηρίζοντας ότι με τη ρύθμιση παρερμηνεύεται το νόημα του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη.

Ο ΣΕΒ αναφέρεται στο άρθρο 48 του νόμου 4611/2019 –που έμεινε γνωστός ως νόμος για τη ρύθμιση χρεών σε έως 120 δόσεις– με το οποίο καθορίζονται εκ νέου οι προϋποθέσεις έγκυρης καταγγελίας μιας εργασιακής σχέσης. Συγκεκριμένα, προστίθεται ως όρος για την εγκυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας η συνδρομή «βάσιμου λόγου κατά την έννοια του άρθρου 24 του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη», πέραν της καταβολής αποζημίωσης, του έγγραφου τύπου και της ασφάλισης του εργαζομένου.

Ετσι, σημειώνει ο Σύνδεσμος, ο «βάσιμος λόγος» και η αποζημίωση ισχύουν πλέον στην Ελλάδα σωρευτικά και όχι εναλλακτικά. Σύμφωνα με τον ΣΕΒ, βέβαια, κατά την έννοια του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, η καταβολή αποζημίωσης και ο βάσιμος λόγος δεν προβλέπονται σωρευτικά, αλλά μόνο εναλλακτικά. Με αυτή την έννοια, η αποζημίωση, ή άλλη κατάλληλη επανόρθωση, προβλέπεται ως δικαίωμα σε περίπτωση λύσης της σύμβασης χωρίς βάσιμο λόγο ή όταν ο βάσιμος λόγος δεν εγκρίνεται δικαστικά. Ο ΣΕΒ εκτιμά πως οι αλλαγές αυτές εισήχθησαν ενώ το ελληνικό δίκαιο προστασίας από καταγγελία ήταν, ήδη, απολύτως συμβατό με τις επιταγές του κοινωνικού χάρτη. «Ισως μάλιστα», επισημαίνει, «ο συνδυασμός νομολογιακής και νομοθετικής προστασίας να το είχε καταστήσει και πληρέστερο από άποψη ουσιαστικής προστασίας». Και αναδεικνύει ένα ακόμη θέμα, αυτό της πιθανής καθυστέρησης στην επίλυση των διαφορών, καθώς με τη νέα διάταξη ο αρχικός σκοπός του νόμου ανατρέπεται τελείως και, τελικά, οι προθεσμίες αναστέλλονται για το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από την κατάθεση αίτησης του εργαζομένου στην αρμόδια υπηρεσία του ΣΕΠΕ μέχρι να συνταχθεί το προβλεπόμενο πρακτικό.

Στο πλαίσιο αυτό, ο ΣΕΒ προτείνει μεταξύ άλλων τη θεσμοθέτηση στο ελληνικό δίκαιο είτε του βάσιμου λόγου απόλυσης είτε της αποζημίωσης, καθώς και την επανεξέταση του ύψους αυτής όταν υφίσταται βάσιμος λόγος απόλυσης. Ζητεί, δε, την εισαγωγή κριτηρίων (π.χ. ανάλογα με το μέγεθος της επιχείρησης) και την εξαίρεση κατηγοριών εργαζομένων (π.χ. εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου, δοκιμαστικής περιόδου, περιστασιακοί εργαζόμενοι).

Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η πρόταση για ριζική αναμόρφωση του δικαίου της απόλυσης και ευελιξία ως προς τις συνέπειες απόλυσης με ή χωρίς βάσιμο λόγο (εξορθολογισμός καταβαλλόμενου ποσού αποζημίωσης απόλυσης και περιπτώσεων στις οποίες καταβάλλεται – απαλλαγή από υποχρέωση επαναπρόσληψης).

Επίσης, ο ΣΕΒ προτείνει την προσαρμογή στις ευρωπαϊκές πρακτικές με επανεξέταση της σχέσης μεταξύ του νομικού διοικητικού βάρους προστασίας από απόλυση, της αποζημίωσης απόλυσης, αλλά και του επιδόματος ανεργίας.

Ως προς την αναστολή των προθεσμιών κατά τη συμφιλιωτική διαδικασία, ο ΣΕΒ θεωρεί ότι το προϊσχύον νομοθετικό πλαίσιο ήταν κατάλληλο για την άμεση επίλυση των ποικίλων θεμάτων και ότι αυτό που μένει να αντιμετωπιστεί είναι η βραδύτητα στην εκδίκαση των υποθέσεων που φθάνουν στη Δικαιοσύνη.

ΈντυπηΠηγή άρθρου – kathimerini.gr

Loading...

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here