Ο υπουργός Δικαιοσύνης Μιχάλης Καλογήρου, που σήκωσε το βάρος της τελικής διατύπωσης των δύο νομοθετημάτων, τελικώς, εξαιτίας της κυβερνητικής σπουδής βρέθηκε μόνος στη Βουλή χωρίς τις αναγκαίες συναινέσεις. ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΣΥΜΕΛΑ ΠΑΝΤΖΑΡΤΖΗ

Τετελεσμένα, πολλά από τα οποία δεν ανατρέπονται, έστω κι αν η επόμενη κυβέρνηση νομοθετήσει αλλιώς, δημιούργησε η ψήφιση του νέου Ποινικού Κώδικα και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, με τη σπουδή της κυβέρνησης να φέρει προς ψήφιση στο «παρά ένα» της διάλυσης της Βουλής τα δύο μείζονος σημασίας νομοθετήματα, προκαλώντας αντιδράσεις σε πολιτικό και νομικό επίπεδο. Οι νέοι κώδικες, η αναγκαιότητα της αλλαγής των οποίων ήταν από χρόνια κοινός τόπος και αδήριτη ανάγκη, ψηφίστηκαν τελικά με μια διαδικασία που κινήθηκε στην κόψη του ξυραφιού της συνταγματικής νομιμότητας, αδικώντας ακόμα και τις πολλές θετικές και ορθές διατάξεις των δύο νομοθετημάτων. Οι νέοι κώδικες ψηφίστηκαν χωρίς αντίλογο, μια και η αντιπολίτευση, πλην Ποταμιού, δεν παρέστη στη Βουλή, αρνούμενη να παράσχει νομιμοποίηση στην εμμονή της κυβέρνησης να ψηφιστούν τα δύο νομοθετήματα σαν να επρόκειτο περί τροπολογιών της τελευταίας στιγμής.

Ο υπουργός Δικαιοσύνης Μιχάλης Καλογήρου, που είχε σηκώσει το βάρος της τελικής διατύπωσης των δύο νομοθετημάτων, καθώς η νομοπαρασκευαστική τους εργασία κράτησε πάνω από δέκα χρόνια, ενώ είχε εξασφαλίσει στο στάδιο της δημόσιας διαβούλευσης τη συναίνεση των πολιτικών κομμάτων και τη συμμετοχή του νομικού κόσμου στις νομοπαρασκευαστικές διεργασίες, τελικώς, υπό το βάρος της κυβερνητικής σπουδής, βρέθηκε μόνος στη Βουλή και χωρίς τις αναγκαίες συναινέσεις που απαιτούνται για τόσο νευραλγικής σημασίας νομοθετήματα, που αφορούν σχεδόν το σύνολο των Ελλήνων πολιτών. Η κυβερνητική πρακτική της ψήφισης των κωδίκων δύο ημέρες πριν κλείσει η Βουλή και ουσιαστικώς χωρίς κοινοβουλευτικό διάλογο, αύξησε τις πιθανότητες ψήφισης διατάξεων που θα μπορούσαν να διορθωθούν ώστε να αποφευχθούν ολισθήματα.

Το παράδειγμα για το αδίκημα του βιασμού, που βελτιώθηκε την ύστατη ώρα, μετά τις αντιδράσεις και βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ, είναι ενδεικτικό για τα αποτελέσματα της κυβερνητικής βιασύνης και της κυβερνητικής πρακτικής που κινήθηκε στα όρια της συνταγματικής και κοινοβουλευτικής ηθικής, αδικώντας και ένα μεγάλο μεταρρυθμιστικό νομοθέτημα, που υπό άλλες συνθήκες θα μπορούσε η κυβέρνηση να έχει πιστωθεί.

Επειτα από 70 χρόνια

Οι νέοι κώδικες, που αλλάζουν ουσιαστικά μετά 70 ολόκληρα χρόνια και δημιουργούν νέο περιβάλλον σε όλο το σύστημα ποινικής αντιμετώπισης των εγκλημάτων, πέραν των διατάξεων που επικρίνονται, διαθέτουν σειρά ρυθμίσεων με τις οποίες επιχειρείται να εξορθολογιστούν ποινές και αδικήματα και να συμβαδίσει το ποινικό μας σύστημα με όσα ισχύουν χρόνια στην Ευρώπη. Ομως διατάξεις που δέχθηκαν επικρίσεις ακόμα και από τους εισαγγελείς, που προειδοποιούσαν έως την τελευταία στιγμή για τους κινδύνους μαζικών παραγραφών και αποφυλακίσεων, ψηφίστηκαν, επιφέροντας, και αυτό είναι το σημαντικότερο, αποτελέσματα τα οποία δεν αλλάζουν.

Δηλαδή δεν ανατρέπονται, έστω κι αν στο άμεσο μέλλον μια άλλη κυβέρνηση ψηφίσει νέες διατάξεις και επιχειρήσει να μαζέψει τα όποια λάθη και τα όποια νομικά ολισθήματα. Και τούτο, διότι όπως έχουν τονίσει νομικοί και δικαστές, τα νέα νομοθετήματα, ακόμα κι αν ισχύσουν «ένα δευτερόλεπτο», επιφέρουν αποτελέσματα για όλους όσοι έχουν διαπράξει οποιοδήποτε αδίκημα έως την 1η Ιουλίου, ακόμα κι αν δεν έχουν ακόμα ποινικά διωχθεί ή συλληφθεί.

Η 1η Ιουλίου είναι σημαδιακή ημερομηνία, καθώς τότε θα αρχίσει η εφαρμογή των νέων κωδίκων, και οι διατάξεις τους, όταν είναι ευνοϊκότερες, όπως είναι πολλές σε σχέση με αυτές που ισχύουν τώρα, θα υπερισχύσουν, με αποτέλεσμα χιλιάδες υπόδικοι, κατάδικοι και κρατούμενοι να έχουν καλύτερη ποινική αντιμετώπιση. Η δημιουργία τελεσμένων σε σειρά αδικημάτων, όπως οι διακεκριμένες κλοπές, που αφορούν τη δράση εγκληματικών συμμοριών, η ποινική αντιμετώπιση σε δεκάδες αδικήματα που από κακουργήματα γίνονται πλημμελήματα (απάτες, κλοπές και άλλα) θα οδηγήσουν τα δικαστήρια σε ποινική μεταχείριση πολλές φορές δυσανάλογη των εγκλημάτων που έχουν ήδη διαπραχθεί και σε αντίθεση με την αυτονόητη προσδοκία των πολιτών-θυμάτων για απόδοση δικαιοσύνης.

Και ενώ οι νέοι κώδικες περιλαμβάνουν ρυθμίσεις όπως η πολυαναμενόμενη κατάργηση του νόμου περί καταχραστών του Δημοσίου, νομοθέτημα του ’50 που επέβαλλε σε όλα τα οικονομικά εγκλήματα ισόβια δημιουργώντας μια θλιβερή πρωτιά στον πολιτισμένο κόσμο, αλλά και ρυθμίσεις που προβλέπουν θεσμούς συνδιαλλαγής με προβλέψεις για επανόρθωση της οικονομικής ζημίας κατά του Δημοσίου αλλά και των ιδιωτών, με αντάλλαγμα την ευνοϊκότερη μεταχείριση του δράστη, καθώς και δεκάδες άλλες ρυθμίσεις με θετικό πρόσημο, περιλαμβάνουν και διατάξεις που χρωματίζονται ίσως από ιδεοληψίες ή υστερόβουλες σκοπιμότητες.

Αγνοήθηκαν οι επικρίσεις

Ενδεικτική η διάταξη που έμεινε αμετάβλητη και ψηφίστηκε, παρά το γεγονός ότι είχε επικριθεί δημόσια στη διαβούλευση κατ’ επανάληψη και από τον καθηγητή του Ποινικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Χρήστο Μυλωνόπουλο και αφορά τις ανθρωποκτονίες κατά συρροήν από αμέλεια. Τις περιπτώσεις, δηλαδή, όπως η εθνική τραγωδία στο Μάτι, όπου η εκατόμβη των νεκρών και εκατοντάδες τραυματίες ήταν τα θύματα εγκληματικών αμελειών για τις οποίες η Δικαιοσύνη διώκει αυτοδιοικητικούς παράγοντες, κρατικούς λειτουργούς και τον άνθρωπο που προκάλεσε τη μεγαλύτερη καταστροφή στην Αττική βάζοντας φωτιά σε χόρτα. Ολοι αυτοί οι υπεύθυνοι της εθνικής τραγωδίας, μεταξύ των οποίων και η πρώην περιφερειάρχης Ρένα Δούρου, απειλούνται με τον νέο κώδικα, αν καταδικαστούν, με ποινή φυλάκισης το πολύ μέχρι πέντε χρόνια. Προηγουμένως, η ποινή ήταν δέκα χρόνια. Και επιπλέον, στην πραγματικότητα, αν εκτίσουν κάποια ποινή, αυτή δεν θα ξεπερνά με τις νέες ρυθμίσεις τους έξι μήνες, γιατί μετά θα μπορούν, όπως σε δεκάδες άλλα αδικήματα, να ζητήσουν να προσφέρουν κοινωφελή εργασία.

Αλλο παράδειγμα, οι λεγόμενοι μπαχαλάκηδες, ομάδες ή άτομα που καταστρέφουν περιουσίες, καίνε, τραυματίζουν, δημιουργούν συνθήκες βίας και ανομίας μέσα στις πόλεις, πλήττοντας ατομικά δικαιώματα πολιτών και θέτοντας σε δοκιμασία τη νομιμότητα και την κοινωνική ειρήνη. Παρά το γεγονός ότι και εδώ υπήρξαν στη διαβούλευση φωνές σε επιστημονικό και όχι μόνον επίπεδο, που τόνισαν το άτοπο μιας ευνοϊκής μεταχείρισης, εντούτοις το ποινικό περιβάλλον που διαμορφώνεται σε αυτό ακριβώς κατατείνει. Να πέφτουν στα μαλακά οι δράστες αυτών των αδικημάτων και πολλές φορές να μη διώκονται καθόλου. Και να γιατί. Με τις νέες διατάξεις η κατοχή εκρηκτικών υλών, μεταξύ αυτών και βομβών μολότοφ, γίνεται από κακούργημα πλημμέλημα και από 5 έως 20 χρόνια που ήταν έως τώρα η ποινική πρόβλεψη, πλέον θα τιμωρείται με 3 έως 5 χρόνια. Σε περίπτωση μάλιστα που παραδοθούν τα εκρηκτικά πριν από τον έλεγχο από τις αρμόδιες αρχές, παύει η δίωξη πριν καν ξεκινήσει.

Και, τέλος, οι ρυθμίσεις για σωρεία αδικημάτων, όπου αντί άλλης ποινής προβλέπεται η παροχή κοινωφελούς εργασίας. Εδώ θα γίνει, λένε δικαστές και νομικοί, ο τραγέλαφος. Ποιος μηχανισμός, με ποιες διαδικασίες μπορεί να εποπτεύει την έκτιση αυτής της μορφής ποινής, που είναι μεν σωστή για κάποια αδικήματα, όμως όχι για όλα όσα ρυθμίζονται με τους νέους κώδικες, αλλά προϋποθέτει οργάνωση και δομές που δεν υπάρχουν. Χιλιάδες παραβάτες του νόμου ουσιαστικά θα μένουν ατιμώρητοι…

ΈντυπηΠηγή άρθρου – kathimerini.gr

Loading...

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here