Το cash buffer των 15,6 δισ. ευρώ, το οποίο δημιουργήθηκε από τα κεφάλαια του ESM, «κάθεται» σε λογαριασμό της ΤτΕ χωρίς να τοκίζεται, ενώ επιβαρύνεται με επιτόκιο 1,5%, δηλαδή έχει κόστος 234 εκατ. τον χρόνο για τo Δημόσιο, ένα ποσό που σε άλλη περίπτωση θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την παροχή κοινωνικών επιδομάτων ή και για τη μείωση φόρων. ΑΠΕ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Μπορεί η ελληνική κυβέρνηση να πανηγυρίζει για τα «χαμηλά» επιτόκια με τα οποία δανείζεται από τις αγορές, ωστόσο αυτά τα επιτόκια εκτός του ότι παραμένουν τα ακριβότερα στην Ευρωζώνη, κρύβουν ένα επιπλέον κόστος το οποίο αποτελεί και «εγγύηση» για τους επενδυτές, και ειδικά τα μακροπρόθεσμα funds. Το cash buffer των 15,6 δισ. ευρώ, το οποίο δημιουργήθηκε από τα κεφάλαια του ESM, «κάθεται» σε λογαριασμό της ΤτΕ χωρίς να τοκίζεται, ενώ επιβαρύνεται με επιτόκιο 1,5%, δηλαδή έχει κόστος 234 εκατ. ευρώ τον χρόνο για το ελληνικό Δημόσιο, ένα ποσό που σε άλλη περίπτωση θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την παροχή κοινωνικών επιδομάτων ή και για τη μείωση φόρων.

Με βάση την ύπαρξη όμως αυτού του «μαξιλαριού ρευστότητας» δίνεται η δυνατότητα στην Ελλάδα να έχει πρόσβαση στις αγορές, καθώς εξασφαλίζει το ότι η χώρα δεν θα αντιμετωπίσει πρόβλημα χρηματοδότησης στο βραχυπρόθεσμο διάστημα. Με λίγα λόγια, η απόδοση του 3,9% που «πέτυχε» ο ΟΔΔΗΧ στην έκδοση του 10ετούς αποτιμήθηκε από τους επενδυτές με βάση (και) τα 15,6 δισ. ευρώ που έχει στον λογαριασμό της η Ελλάδα, τα οποία… κοστίζουν. Αρα, στην ουσία η Ελλάδα πληρώνει πολύ πιο ακριβά την πρόσβασή της στις αγορές απ’ ό,τι δείχνουν οι αποδόσεις των ομολόγων.

Το cash buffer των 15,6 δισ. ευρώ αποτελεί μέρος του μεγάλου αποθέματος ρευστότητας που διατηρεί η Ελλάδα αυτή τη στιγμή και το οποίο είναι το μεγαλύτερο από κάθε άλλη χώρα που βγήκε από τα προγράμματα διάσωσης. Η ρευστότητα αυτή στα τέλη Μαρτίου έφτανε τα 41,7 δισ. ευρώ – χωρίς να περιλαμβάνονται οι δύο έξοδοι της Ελλάδας στις αγορές και η εκταμίευση της δόσης που ενέκρινε το Eurogroup, τα οποία θεωρητικά φέρνουν το ποσό κοντά στα 48 δισ. ευρώ. Αυτό το «μαξιλάρι» ουσιαστικά «κάθεται» χωρίς να αποφέρει (στο σύνολό του) κάποια σημαντικά κέρδη από τόκους, τη στιγμή που μάλιστα τμήμα του, τα 9 δισ. ευρώ που έχουν κατατεθεί στον ειδικό λογαριασμό του Δημοσίου στην ΤτΕ, τοκίζεται με επιτόκιο -0,4%, που σημαίνει πως το ελληνικό Δημόσιο για μέρος της ρευστότητας που διατηρεί, αναγκάζεται να πληρώνει.

Εκτός του ότι το… «παρκάρισμα» της ρευστότητας αυτής δεν αποδίδει τίποτα στο ελληνικό Δημόσιο, η κυβέρνηση δεν δείχνει να έχει καμία στρατηγική για τη χρήση της. Οπως πολύ χαρακτηριστικά σημείωσε η HSBC έπειτα από ταξίδι της στην Αθήνα στα μέσα Μαρτίου, «η Ελλάδα διαθέτει ένα μεγάλο μαξιλάρι ρευστότητας άνω των 40 δισ. ευρώ, που σημαίνει ότι χρηματοδοτείται πλήρως μέχρι το τέλος του 2023 τουλάχιστον, αλλά δεν υπάρχει σαφής στρατηγική για το τι θα γίνει με αυτήν την έξτρα ρευστότητα». Οι επιλογές πάντως υπάρχουν, απλά δεν αξιοποιούνται. Εκτός από την επαναγορά των δανείων του ΔΝΤ, θα μπορούσε να διατεθεί για την αποπληρωμή των ελληνικών ομολόγων που βρίσκονται στα χαρτοφυλάκια της ΕΚΤ (περίπου 11 δισ. ευρώ) και τα οποία φέρουν ακόμη υψηλότερα επιτόκια από αυτά του ΔΝΤ (σε περιπτώσεις φτάνουν το 6% με 6,5%), για τη μείωση των εκδόσεων εντόκων γραμματίων (φτάνουν τα 14 δισ. ευρώ σήμερα, στα διπλάσια επίπεδα σε σχέση με την περίοδο πριν από την κρίση), καθώς και για τη μείωση των ληξιπρόθεσμων οφειλών οι οποίες ξεπερνούν τα 2,1 δισ. ευρώ.

Η ακριβή «εγγύηση»

Η ύπαρξη πάντως αυτού του cash buffer είναι καθοριστική για τις αγορές. Χωρίς αυτό η Ελλάδα δεν θα μπορούσε να προχωρήσει σε εκδόσεις ομολόγων καθώς τα επιτόκια θα ήταν «απαγορευτικά». Δεν είναι άλλωστε τυχαίο πως οι διεθνείς οίκοι το υπογραμμίζουν αυτό στις εκθέσεις τους. Η S&P, η Moody’s και η Fitch στις αξιολογήσεις τους για τη χώρα έχουν επισημάνει πως «με τη στήριξη του μεγάλου cash buffer και τη συμφωνία για τα μεσοπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους, η Ελλάδα θα συνεχίσει να έχει πρόσβαση στις αγορές για χρηματοδότηση». Σύμφωνα με την HSBC, «η ρευστότητα αυτή είναι κρίσιμη στο να καθησυχάσει τους επενδυτές για τους κινδύνους γύρω από την Ελλάδα τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα και έχει βοηθήσει στην επιστροφή της χώρας στις αγορές».

Η ύπαρξη αυτού του cash buffer επιτρέπει επίσης στην Ελλάδα να μπορέσει να αποπληρώσει το ακριβό μέρος των δανείων του ΔΝΤ (3-4 δισ. ευρώ), τα οποία επιβαρύνονται με επιτόκιο 5,13%, έχοντας δανειστεί ήδη –στην ουσία– το ίδιο ακριβά. Και αυτό θα της επιτρέψει να ξαναβγεί και πάλι στις αγορές το επόμενο διάστημα, πιθανώς αμέσως μετά το Πάσχα σύμφωνα με πληροφορίες, αν δεν υπάρχει κάποια αναταραχή διεθνώς, με την έκδοση ενός νέου 3ετούς ομολόγου είτε με «άνοιγμα» υφιστάμενων εκδόσεων (του νέου 5ετούς και του 7ετούς που εκδόθηκε τον Φεβρουάριο). Παράλληλα, στο τραπέζι του ΟΔΔΗΧ υπάρχει και νέα έξοδος σε… δεύτερο χρόνο με την έκδοση ενός τίτλου μεσαίας διάρκειας τους επόμενους μήνες, μετά τις ευρωεκλογές.

ΈντυπηΠηγή άρθρου – kathimerini.gr

Loading...

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here